Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

"Το καλό"

Ο κόσμος που ζούμε σίγουρα δεν είναι κάλος. Το καλό είναι το αντίθετο τού κακού. Στις μέρες μας μπορώ να πω πως το καλό χάνει αλλά δεν σταματάει να μάχεται. Το καλό πάντα νικούσε αλλά τώρα γιατί χάνει? Ο κόσμος γιατί πήγε προς το κακό? Από όλο αυτό ποιοι κερδίζουν?
Το καλό χάνει γιατί ο άνθρωπος ο οποίος μπορεί να είναι καλό ή κακός έχει εγκλωβιστεί σε θεσμούς όπως οι χρηματικοί θεσμοί, οι πολιτικοί και οι θρησκευτικοί. Τα τρία πράγματα που προανέφερα παίζουν τεράστιο σκοπό για να γυρίσει ο δείκτης από την μεριά του κακού. Ο κόσμος πήγε προς το κακό διότι έμαθε μόνο το κακό και το καλό δεν το έχει μάθει μέχρι τώρα. Σίγουρα από όλο αυτό υπάρχουν και κερδισμένοι. Κερδισμένοι είναι και θα είναι οι πολιτικοί. Οι οποίοι έχουν το θράσος να μας κυβερνούν ακόμα. Αλλά δεν φταίνε αυτοί εμείς φταίμε γιατί δεν έχουμε αγριέψει ακόμα. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να αγριέψουμε και να παλέψουμε όχι με την βία αλλά με την αγάπη και το μυαλό.

"Ζούμε ελεύθεροι"

Μέχρι τώρα πίστευα πως ήμουν ελεύθερος, αλλά σιγά σιγά βλέποντας τον κόσμο γύρο μου. Καταλαβαίνω πως η ελευθερία είναι κάτι άπιαστο. Βλέπω ανθρώπους οι οποίοι είναι σκλαβωμένοι και χαμένοι στον κόσμο που γεννηθήκαμε για να ζούμε ελεύθεροι και δυνατοί. Θεωρώ πως είναι καιρός να μάθουμε τι φταίει και χάνουμε την ελευθερία μας. Η άποψή μου στο θέμα αυτό είναι ότι εμείς το επιδιώκουμε. Έχω αυτή την άποψη γιατί ποτέ δεν αναζητήσαμε την ελευθερία, νομίζαμε πως είμαστε ελεύθεροι γιατί ποτέ δεν μάθαμε τι σημαίνει ελευθερία. Φτιάξαμε μία κοινωνία στην οποία εξαρτυόμαστε από τους άλλους, μία κοινωνία που είναι βαθύτατα άρρωστη και εμείς είμαστε ο ιός αυτής της κοινωνίας. Αλλά ακόμα πιστεύουμε πως η μόνη διαφυγή από αυτό είναι τα λεφτά. Τώρα κάθε άνθρωπος είναι απομονωμένος από τον άλλο. Ο ένας προσπαθεί να αποφύγει τον άλλον, και καθόμαστε μπροστά από ένα χαζοκούτι χάνοντας την ουσία της ζωής, την ομορφιά της ζωής, την χαρά της ζωής. Ο χρόνος όμως κυλάει και εμείς χάνουμε το τρένο της ζωής και αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε πράγματα ενώ έχουμε χάσει το τρένο.

zeitgeist


Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

video με τη συλληψη νεαρου απο κουκουλοφορους

parasita - ethnikia koufales

xasma-kati san psema

Μάης του '68

Ο όρος Μάης του '68 (γνωστός και ως Γαλλικός Μάης) περιγράφει την πολιτική και κοινωνική αναταραχή που ξέσπασε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια των μηνών Μαΐου-Ιουνίου του 1968. Τα γεγονότα ξεκίνησαν από κινητοποιήσεις των Γάλλων μαθητών και φοιτητών, επεκτάθηκαν με γενική απεργία των Γάλλων εργατών και τελικά οδήγησαν σε πολιτική και κοινωνική κρίση, που άρχισε να παίρνει διαστάσεις επανάστασης και οδήγησε στη διάλυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και την προκήρυξη εκλογών από τον τότε πρόεδρο Σαρλ Ντε Γκωλ.

Μερικοί φιλόσοφοι και ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ότι η εξέγερση ήταν το σημαντικότερο επαναστατικό γεγονός του 20ού αιώνα, επειδή δεν πραγματοποιήθηκε από μεμονωμένο πλήθος, όπως οι εργαζόμενοι ή οι φυλετικές μειονότητες, αλλά ήταν μια παλλαϊκή εξέγερση, άνευ φυλετικών, πολιτιστικών, ηλικιακών και κοινωνικών διακρίσεων.

Άρχισε ως σειρά απεργιών και καταλήψεων, που ξέσπασαν σε διάφορα πανεπιστήμια και γυμνάσια στο Παρίσι, μετά από τη διαμάχη με τους διοικητές των πανεπιστημίων και την αστυνομία. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης του Σαρλ Ντε Γκωλ να λύσει τις απεργίες με τη δράση της αστυνομίας κατάφεραν μόνο να οξύνουν την κατάσταση περαιτέρω, οδηγώντας σε οδομαχίες με την αστυνομία στο Quartier Latin. Ακολούθησε γενική απεργία από τους σπουδαστές και απεργίες σε όλη τη Γαλλία από δέκα εκατομμύρια Γάλλους εργαζομένους, κατά προσέγγιση δύο τρίτα του γαλλικού εργατικού δυναμικού. Κατά συνέπεια, ο Σαρλ Ντε Γκωλ διέλυσε την Εθνοσυνέλευση και προκήρυξε νέες κοινοβουλευτικές εκλογές για τις 23 Ιουνίου 1968.

Η κυβέρνηση βρέθηκε υπό κατάρρευση, αλλά ο επαναστατικός αναβρασμός έπαψε να υπάρχει σχεδόν τόσο γρήγορα όσο προέκυψε. Οι εργαζόμενοι επέστρεψαν στις εργασίες τους, ωθημένοι από την Confédération Générale du Travail και το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που είχε καταδικάσει την εξέγερση και δεν συμμετείχε. Όταν τελικά πραγματοποιήθηκαν εκλογές τον Ιούνιο, το κόμμα του Ντε Γκωλ προέκυψε ακόμα ισχυρότερο από πριν.

Τα γεγονότα μπορεί να κατέληξαν σε πολιτική αποτυχία, αλλά είχαν τεράστιες κοινωνικές συνέπειες: μπορεί να μη διήρκεσαν ένα μήνα, αλλά ο όρος Μάης του '68 έγινε συνώνυμο με την αλλαγή των κοινωνικών αξιών. Στη Γαλλία, θεωρείται ως σημείο-σταθμός για τη μετάβαση από το συντηρητισμό (θρησκεία, πατριωτισμός, σεβασμός στην εξουσία) στις φιλελεύθερες ιδέες (ισότητα, ανθρώπινα δικαιώματα, σεξουαλική απελευθέρωση). Στην Ευρώπη, αποτέλεσαν έμπνευση για παρόμοιους κοινωνικούς αγώνες αλλά και αφορμή για ρήξη ορισμένων κομματιών του σοσιαλιστικού κινήματος με τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα.

Τα γεγονότα του Μαΐου.
Μετά από μήνες συγκρούσεων μεταξύ των σπουδαστών και των Αρχών στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ στα περίχωρα του Παρισιού, το Πανεπιστήμιο έκλεισε στις 2 Μαΐου 1968 με λοκ άουτ από τη διεύθυνσή του. Οι σπουδαστές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης συναντήθηκαν στις 3 Μαΐου για να διαμαρτυρηθούν για το κλείσιμο και την ενδεχόμενη αποβολή φοιτητών της Ναντέρ.

Τη Δευτέρα, 6 Μαΐου, η Εθνική Ένωση Σπουδαστών -η μεγαλύτερη φοιτητική ένωση στη Γαλλία ακόμα και σήμερα- και η Ένωση των Πανεπιστημιακών Καθηγητών κάλεσε σε πορεία όσους ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για την εισβολή της αστυνομίας στη Σορβόνη. Στην πορεία κατέβηκαν περισσότεροι από 20.000 φοιτητές, καθηγητές και διάφοροι υποστηρικτές με κατεύθυνση τη Σορβόνη, που παρέμενε κλειστή από την αστυνομία, η οποία κινήθηκε εναντίον του πλήθους, που άρχισε να διαλύεται. Ακολούθησαν οδομαχίες, κατά τις οποίες οι διαδηλωτές έστηναν πρόχειρα οδοφράγματα και η αστυνομία απαντούσε με δακρυγόνα. Εκατοντάδες φοιτητές συνελήφθησαν.

Στις 6 Μαΐου στην απεργία μπήκαν και οι μαθητές των λυκείων, οι οποίοι την επόμενη ημέρα ενώθηκαν με φοιτητές, καθηγητές και νέους εργάτες και συγκεντρώθηκαν στην Αψίδα του Θριάμβου απαιτώντας:

την απόσυρση όλων των ποινικών κατηγοριών εναντίον των συλληφθέντων φοιτητών
την απόσυρση της αστυνομίας από το Πανεπιστήμιο και
το άνοιγμα των Πανεπιστημίων της Ναντέρ και της Σορβόνης από τις Αρχές.
Οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν, αφού οι σπουδαστές γύρισαν στις πανεπιστημιουπόλεις, έπειτα από ψεύτικη αναφορά πως η κυβέρνηση δέχτηκε τα αιτήματα, ανακάλυψαν όμως ότι οι σχολές ήταν ακόμη κλειστές. Οι φοιτητές βρίσκονταν σε επαναστατικό πυρετό.

Την Παρασκευή 10 Μαΐου, ένα τεράστιο πλήθος μαζεύτηκε στην Αριστερή Όχθη (Rive Gauche) του Σηκουάνα. Όταν η αστυνομία τους εμπόδισε να διασχίσουν το ποτάμι, το πλήθος κατέφυγε σε οδοφράγματα κι η αστυνομία επιτέθηκε στις δυο τα ξημερώματα έπειτα από αποτυχημένες διαπραγματεύσεις. Οι οδομαχίες κράτησαν μέχρι το πρωί της επόμενης ημέρας, και προκάλεσαν εκατοντάδες τραυματισμούς και συλλήψεις. Τα γεγονότα μεταδίδοντας απευθείας από το ραδιόφωνο, ενώ την επόμενη ημέρα προβάλλονταν πλάνα στην τηλεόραση.

Η σκληρή αντίδραση της κυβέρνησης προκάλεσε κύμα αλληλεγγύης για τους απεργούς, ενώ πολλοί γνωστοί Γάλλοι τραγουδιστές και ποιητές ενστερνίστηκαν τις επαναστατικές ιδέες μετά την αποκάλυψη των αστυνομικών βιαιοτήτων. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα υποστήριξε απρόθυμα τους σπουδαστές, τους οποίους θεωρούσε τυχοδιώκτες και αναρχικούς, και οι σημαντικότερες Αριστερές Ομοσπονδίες, η Γενική Εργατική Συνομοσπονδία (Confédération Générale du Travail) και ο Σύνδεσμος Μηχανικών κάλεσαν σε μια ημέρα γενικής απεργίας και πορείας τη Δευτέρα 13 Μαΐου.

Εκείνη την ημέρα, πάνω από ένα εκατομμύριο πολιτών βγήκε στην πορεία στους δρόμους του Παρισιού. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού ανήγγειλε την απελευθέρωση των κρατουμένων και την επαναλειτουργία της Σορβόνης. Το κύμα των απεργιών εντούτοις δεν υποχώρησε, παρά το πλήθος εξοργίστηκε περισσότερο.

Όταν ξανάνοιξε η Σορβόνη, οι σπουδαστές την κατέλαβαν και την ανακήρυξαν αυτόνομο «λαϊκό πανεπιστήμιο». Περίπου 401 λαϊκές «επιτροπές δράσης» συστάθηκαν στο Παρίσι και αλλού στις εβδομάδες που ακολούθησαν για να εκφράσουν τις διαμαρτυρίες ενάντια στην κυβέρνηση και τη γαλλική κοινωνία.

Στις επόμενες ημέρες, οι εργαζόμενοι άρχισαν να κάνουν κατάληψη στα εργοστάσια, ξεκινώντας με μια καθιστική διαμαρτυρία στις αεροπορικές εγκαταστάσεις κοντά στη Νάντη στις 14 Μαΐου, κατόπιν με μια άλλη απεργία σε εργοστάσιο συναρμολόγησης της Renault κοντά στη Ρουέν, η οποία επεκτάθηκε στα κατασκευαστικά εργοστάσια της Renault στην κοιλάδα του Σηκουάνα και στο παρισινό προάστιο Βoulogne-Billancourt. Μέχρι τις 16 Μαΐου οι εργαζόμενοι είχαν καταλάβει περίπου πενήντα εργοστάσια και μέχρι τις 17 Μαΐου 200.000 εργαζόμενοι απεργούσαν. Ο αριθμός αυτός διογκώθηκε σε δύο εκατομμύρια εργαζομένους την επόμενη ημέρα και έπειτα δέκα εκατομμύρια. Κατά προσέγγιση δηλαδή τα δύο τρίτα του γαλλικού εργατικού δυναμικού βρίσκονταν σε απεργία την εβδομάδα που ακολούθησε.

Αυτές οι απεργίες δεν καθοδηγήθηκαν από την Εργατική Ένωση, αντιθέτως έγινε προσπάθεια να κατευθυνθούν οι διαμαρτυρίες σε ζητήματα όπως υψηλότερες αμοιβές και άλλες οικονομικές απαιτήσεις. Οι εργαζόμενοι υπέβαλαν ένα ευρύτερο, πιο πολιτικό και ριζοσπαστικότερο αίτημα, απαιτώντας την παραίτηση της κυβέρνησης και του Προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ και, σε μερικές περιπτώσεις, προσπάθησαν να αναλάβουν την αυτοδιοίκηση των εργοστασίων όπου δούλευαν. Όταν η ηγεσία των εργατικών συνδικάτων διαπραγματεύτηκε με τις Ενώσεις των μεγαλύτερων εργοδοτών μια αύξηση 35% στο βασικό μισθό, μια αύξηση μισθών 7% και το μισό των κανονικών μισθών για τις ημέρες της απεργίας, οι εργαζόμενοι που είχαν καταλάβει τα εργοστάσια αρνήθηκαν να επιστρέψουν στις θέσεις τους, αν και αυτή η συμφωνία ήταν καλύτερη από ό,τι θα μπορούσαν να έχουν λάβει έναν μόνο μήνα νωρίτερα.

Στις 30 Μαΐου εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές, καθοδηγούμενοι από την Εργατική Ομοσοπονδία, βαδίζουν στους δρόμους του Παρισιού, φωνάζοντας "Αντίο, Ντε Γκωλ!"

Ενώ η κυβέρνηση έμοιαζε να είναι υπό κατάρρευση, ο Σαρλ Ντε Γκωλ επέλεξε να μην πει το αντίο, ωστόσο αναγκάστηκε να κρυφτεί και υπήρχε έτοιμο σχέδιο για τη φυγάδευσή του από τη χώρα. Αφού εξασφάλισε ότι διέθετε υπολογίσιμο αριθμό στρατιωτικών μονάδων για να τον καλύψουν, βγήκε την επόμενη ημέρα στο ραδιόφωνο -καθώς η Εθνική Τηλεόραση βρισκόταν σε απεργία- και ανήγγειλε τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και εκλογές που θα γίνονταν στις 23 Ιουνίου. Διέταξε τους εργαζομένους να επιστρέψουν στην εργασία τους, απειλώντας να κηρύξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Τα γεγονότα του Ιουνίου.
Από εκείνη τη χρονική στιγμή και έπειτα το επαναστατικό αίσθημα των σπουδαστών και των εργαζομένων εξασθένισε. Οι εργαζόμενοι επέστρεψαν βαθμιαία στις εργασίες τους, ενώ άλλα εργοστάσια εκκενώθηκαν βίαια από την αστυνομία. Η Εθνική Ένωση Σπουδαστών ματαίωσε τις δημόσιες διαμαρτυρίες. Η κυβέρνηση κατάργησε διάφορες αριστερές οργανώσεις. Η αστυνομία επανέκτησε υπό τον έλεγχό της τη Σορβόννη στις 16 Ιουνίου, ενώ ο Σαρλ Ντε Γκωλ θριάμβευσε στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο και η κρίση έλαβε τέλος.

Συνθήματα και γκράφιτι
Γαλλικά.

Il est interdit d'interdire.
Pouvoir à l'Imagination
Soyez réalistes, demandez l'impossible.
Lisez moins, vivez plus.
L'ennui est contre-révolutionnaire.
On ne revendiquera rien, on ne demandera rien. On prendra, on occupera.
Le patron a besoin de toi, tu n'as pas besoin de lui.
Travailleur: Tu as 25 ans mais ton syndicat est de l'autre siècle.
On achète ton bonheur. Vole-le.
Je suis venu. J'ai vu. J'ai cru.
La poésie est dans la rue.
L'alcool tue. Prenez du L.S.D.
Debout les damnés de l'Université.
Sous les pavés, la plage !
Je t'aime ! Oh ! dites-le avec des pavés !
Ni Dieu ni maître!
Ελληνικά

Απαγορεύεται το απαγορεύεται.
Η Φαντασία στην Εξουσία
Να 'στε ρεαλιστές, ζητήστε το αδύνατο.
Διαβάστε λιγότερο, ζήστε περισσότερο.
Η ανία είναι αντεπαναστατική.
Δεν θα αξιώσουμε τίποτα, δεν θα ζητήσουμε τίποτα. Θα πάρουμε, θα καταλάβουμε.
Το αφεντικό έχει ανάγκη εσένα, δεν τον έχεις εσύ ανάγκη.
Εργαζόμενε: Είσαι 25 χρονών αλλά το συνδικάτο σου είναι του προηγούμενου αιώνα.
Αγοράζουν την ευτυχία σου... Κλέψ' την.
Ήρθα. Είδα. Πίστεψα.
Η ποίηση βρίσκεται στους δρόμους.
Το αλκοόλ σκοτώνει. Πάρτε LSD.
Εμπρός του Πανεπιστημίου οι κολασμένοι.
Κάτω από τα πεζοδρόμια, η παραλία!
Σ' αγαπώ! Ω, πέστο με πέτρες!
Ούτε Θεός ούτε αφέντης!

Ο Μάης του '68 σε διεθνές πλαίσιο.
Ο Μάης του '68 δεν ήταν μια μεμονωμένη «γαλλική υπόθεση». Αντίθετα, υπήρξαν διαμαρτυρίες φοιτητών σε όλο τον κόσμο.

Τα γεγονότα προηγήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν ο Πρόεδρος Λίντον Τζόνσον αποσύρθηκε από την προεδρική εκστρατεία το Μάρτιο του 1968, λόγω της αυξανόμενης λαϊκής διαμαρτυρίας. Ακολούθησε στις 4 Απριλίου η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και η φοιτητική κατάληψη και το κλείσιμο του Πανεπιστημίου Κολούμπια στις 23 Απριλίου.

Στο Μεξικό, τη νύχτα της 2ης Οκτωβρίου 1968, μια πορεία σπουδαστών τελείωσε μέσα σε έναν καταιγισμό σφαιρών στην Plaza de las Tres Culturas στο Tlatelolco, στην Πόλη του Μεξικού, δέκα μέρες πριν τους Ολυμπιακούς του 1968.

Τα φοιτητικά κινήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία ήταν απομονωμένα από την εργατική τάξη, αλλά στην Ιταλία και στην Αργεντινή και οι εργαζόμενοι ένωσαν τις δυνάμεις τους στις προσπάθειες να δημιουργηθεί μια ριζικά διαφορετική κοινωνία.

Στο Βέλγιο, φοιτητές από το φλαμανδικό πανεπιστήμιο Katholieke Universiteit Leuven διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στην επιβολή της γαλλικής γλώσσας στο πανεπιστήμιο, κάτι που οδήηγησε στη δημιουργία ξεχωριστού γαλλόφωνου πανεπιστημίου (Université catholique de Louvain).

Στην Ανατολική Ευρώπη, φοιτητές στην Πολωνία και στη Γιουγκοσλαβία διαμαρτυρήθηκαν εναντίον της περιστολής της ελευθερίας του λόγου από το κομουνιστικό καθεστώς ενώ στην Τσεχοσλοβακία η Άνοιξη της Πράγας διεύρυνε τα πολιτικά δικαιώματα μέχρι την καταστολή της από τη Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Πολλοί φοιτητές επίσης ασχολήθηκαν με τα ζητήματα του "Τρίτου Κόσμου". Δημιουργήθηκαν σοσιαλιστικά κινήματα με αναφορές στην Κούβα, το Βιετνάμ και την Κίνα, αναδεικνύοντας προσωπικότητες όπως ο Φιντέλ Κάστρο, ο Τσε Γκεβάρα και ο Μάο Τσε Τουνγκ.

Γαλλική Επανάσταση

Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ήταν η κοινωνική επανάσταση που κατήργησε την απόλυτη μοναρχία στην Γαλλία γκρεμίζοντας το φεουδαρχικό σύστημα και αντικαθιστώντας το με το δημοκρατικό, και ώθησε σε αναδιοργάνωση την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Η Γαλλική Επανάσταση ενέπνευσε τους λαούς όλης της Ευρώπης στο να παλέψουν ενάντια στην εκμετάλλευση και την απολυταρχική μοναρχία, αποτελώντας το έναυσμα για τον ξεσηκωμό στην Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα.

Η επανάσταση οργανώθηκε από την ανερχόμενη αστική τάξη, η οποία εμπνευσμένη από τα κηρύγματα των Διαφωτιστών και με κεντρικό σύνθημα το τρίπτυχο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη» , θέλησε να βελτιώσει την υπάρχουσα μοναρχία μετατρέποντάς την σε συνταγματική και όχι να την καταργήσει. Στην πορεία όμως, η μοναρχία καταργήθηκε και μετά από περιόδους τρομοκρατίας αλλά και οργάνωσης δίκαιου κράτους, η νεοσύστατη Δημοκρατία καταλύθηκε από την δικτατορία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Κοινωνική και οικονομική κατάσταση στην προεπαναστατική Γαλλία
Στα τέλη του 18ου αιώνα ήταν γενική στην Γαλλία η επιθυμία για αλλαγή του καθεστώτος. Παρόλη όμως την μεταβολή στις ιδέες των ανθρώπων, η οργάνωση της Γαλλίας εξακολουθούσε να παραμένει στη μεσαιωνική μορφή της: διαίρεση των κατοίκων σε τάξεις, διάκριση δικαιωμάτων και υποτίμηση της ανθρώπινης αξίας. Οι Γάλλοι άρχισαν να αισθάνονται αφόρητη την κατάσταση. Νέες δυνάμεις σχηματίστηκαν και προκάλεσαν τεράστια εξέγερση. Η Γαλλική Επανάσταση ανέτρεψε το παλιό καθεστώς και είχε ανυπολόγιστες συνέπειες στη ζωή και στις αντιλήψεις των ανθρώπων.

Στη Γαλλία επικρατούσε το κυβερνητικό σύστημα της απόλυτης μοναρχίας όπως την εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ. Ο βασιλιάς με λίγους ανώτερους λειτουργούς, που τους διάλεγε ο ίδιος, νομοθετούσε, όριζε τους φόρους και διέθετε όπως του άρεσε τον δημόσιο πλούτο. Η Γαλλία δεν είχε ενοποιηθεί τελείως. Οι νόμοι, η φορολογία, οι τρόποι συναλλαγής, τα μέτρα, τα σταθμά και το νόμισμα διέφεραν από περιοχή σε περιοχή. Αυτό προκαλούσε σύγχυση και εμπόδια στο εμπόριο. Το καθεστώς, συνέχεια του μεσαιωνικού, βασιζόταν στην ανισότητα. Οι κάτοικοι της Γαλλίας διακρίνονταν στους προνομιούχους και στον κοινό λαό. Οι προνομιούχοι αποτελούσαν μικρή μειοψηφία, περίπου το 2% του πληθυσμού. Αλλά αυτοί κατείχαν την περισσότερη γη, είχαν όλα τα αγαθά, ζούσαν μια τρομερά σπάταλη και πλούσια ζωή και κυβερνούσαν τον τόπο. Δύο τάξεις, ο κλήρος και οι ευγενείς αποτελούσαν τους προνομιούχους.

Στον κλήρο άνηκαν 130.000 άτομα. Ο ανώτερος κλήρος (επίσκοποι, αρχιεπίσκοποι, ηγούμενοι) αριθμούσε 5-6 χιλιάδες ανθρώπους, εφοδιασμένους με πλούσια εισοδήματα. Ο κατώτερος κλήρος είχε πενιχρές αποδοχές και ζούσε όπως ο φτωχός λαός. Περίπου 400.000 ευγενείς ζούσαν από εισοδήματα και αργομισθίες. Παρόλα αυτά στον 18ο αιώνα εμφανίζονταν εξαιρετικά απαιτητικοί. Απέκλειαν από τα ανώτερα αξιώματα και τις προσοδοφόρες θέσεις όσους είχαν κατώτερη προέλευση, δηλαδή τους μη ευγενείς.

Ο μεγάλος όγκος του λαού βρισκόταν απέναντι από την μειοψηφία αυτή των προνομιούχων. Όλοι οι λαϊκοί άνθρωποι ονομάζονταν συνεκδοχικά με μια μεσαιωνική ονομασία: Tiers Etat, Τρίτη τάξη. Καλλιεργητές της γης και αστοί (έμποροι και επαγγελματίες των πόλεων) αποτελούσαν την τάξη αυτή.

Ρατσισμός

¹Ο ρατσισμός (racism) είναι το δόγμα που αναπτύσσεται με σύνδεσμο συγκεκριμένα γνωρίσματα (εθνικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά κ.λπ.) προκειμένου ν΄ αναγάγει μια ομάδα (κοινωνική, φυλετική, θρησκευτική, ως υπέρτερη άλλων. Το πιο συνηθισμένο είδος ρατσισμού, και αυτό που έχει δώσει την αρχική ονομασία στην λέξη (από την αγγλική race = φυλή), - λεγόμενος "ρασιαλισμός", ή εκ της ιταλικής "ράτσα" (razza) ο φυλετικός ρατσισμός.

Οι ρατσιστές πιστεύουν σε βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών, βάσει των οποίων και προσδιορίζουν αυτές σε ανώτερες και κατώτερες. Έτσι, με την θεωρία αυτή υποστηρίζουν ότι η φυλή με συγκεκριμένα (ανώτερα) εξωτερικά ή ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, έχει το δικαίωμα να θεωρεί εαυτόν της ανώτερη από τις άλλες.

Παλαιότερα συγγραφείς και κοινωνιολόγοι αντί του σύγχρονου όρου χρησιμοποιούσαν, ιδιαίτερα στις αγγλόφωνες χώρες, τον όρο ρασιαλισμός (racialism), που όλοι όμως συμφωνούν ότι πρόκειται για όρο δόγματος φυλετικής υπεροχής. Ο νεότερος όμως όρος (εκ της ιταλικής) επικράτησε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, περισσότερο για λόγους προπαγάνδας. Συγκεκριμένα η Ρ. Μπένεντικτ (R. Benedict) ορίζει τον ρατσισμό ως:"...το δόγμα όπου μία εθνική ομάδα (ethnic group) έχει καταδικαστεί από τη Φύση σε κληρονομική κατωτερότητα (hereditary interiority) ενώ μια άλλη σε κληρονομική ανωτερότητα (hereditary superiority)"*¹.

Γενικά ο ρατσισμός θεωρείται κάτι περισσότερο από τη φυλετική προκατάληψη (race prejudice).Η τυπική θεωρία του σε σύγχρονες αναζητήσεις και σχετικές έρευνες, έχει τις ρίζες της στο πολυθρύλητο έργο του Ζοζέφ Αρτύρ ντε Γκομπινώ (Joseph Arthur De Gobineau): "Essai sur l' inegalite des races humaines" (Δοκίμιο επί της ανισότητας των ανθρωπίνων φυλών), που δημοσιεύτηκε το 1853 και κυριολεκτικά αποτέλεσε την θεωρητική κάλυψη και "ευλογία" των αποικιοκρατών. Ο πλέον εξέχων σύγχρονος υποστηρικτής του δόγματος αυτού κατά τον 20ο αιώνα θεωρείται ο Βρετανός δημοσιολόγος (πολιτογραφήθηκε Γερμανός το 1916), Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν (Houston Stewart Chamberlain).

Σήμερα, η λέξη ρατσισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις πράξεις μιας ομάδας ανθρώπων εναντίον μίας άλλης ομάδας. Έτσι, οι ρατσιστές υποστηρίζουν την διαφορετικότητα των φυλών. Επίσης, οι φυλετικοί ρατσιστές θεωρούν μία συγκεκριμένη ομοιογενή ομάδα ανθρώπων ως ανώτερη, π.χ. θεωρούν τους "λευκούς" ανθρώπους ανώτερους από τους "μαύρους". Ο ρατσισμός θεωρείται παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου στην ισότητα στους τομείς της εργασίας, της πολιτικής, της οικονομίας και άλλων παραγόντων της καθημερινότητας.

Από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ρατσισμού αποτελούν οι πεποιθήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, ο οποίος πίστευε ότι η ξανθή Άρεια φυλή (άνθρωποι που κατάγονται από τη φυλή των Αρείων) έχει δικαίωμα να κυριαρχεί στον πλανήτη, εις βάρος όλων των άλλων.

Τέτοιες πεποιθήσεις έχουν αποδειχτεί λανθασμένες από επιστημονική και ανθρωπολογική έρευνα, η οποία αποδεικνύει πώς όλοι οι άνθρωποι έχουν τον ίδιο πρόγονο, με αποτέλεσμα να έχουν τις ίδιες νοητικές και φυσιολογικές ικανότητες.

HXORYPANSH - ORGH

WE WON´T KILL


Φυλακίστηκαν γιατί απλά δεν σκότωσαν. Μόλις έμαθα για αυτό το συμβάν θεώρησα πως είμαι αναγκασμένος να μιλήσω για αυτό. Από την στιγμή που υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι γέμισα ελπίδα και χαρά. Κατάλαβα πως ο κόσμος καταδικάζει το καλό αλλά επίσης είδα ότι το καλό υπάρχει και πολεμά.

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Εξαγριομένες ζαρτινιέρες χτυπούν έναν φοιτητή.(διάβασε τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα)

Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα
[Επεξεργασία] Άρθρο 4
1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.
3. Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος.
4. Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους.
5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
6. Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων.
7. Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες.

Diakopes sto xaki panx romana

Έτσι θα είμαστε σε λίγα χρόνια






Καρλ Μαρξ

Καρλ Μαρξ


Ο Μαρξ
Ο Καρλ Χάινριχ Μαρξ (Karl Heinrich Marx) (Τριέρη 1818- Λονδίνο 1883) ήταν Γερμανός πολιτικός φιλόσοφος και θεωρητικός του σοσιαλισμού. Ασχολήθηκε με πολλά ζητήματα ως φιλόσοφος και δημοσιογράφος. Είναι κατεξοχήν γνωστός για την ανάλυση της ιστορίας σε όρους ταξικής πάλης, η οποία συνοψίζεται στην θεωρία ότι τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών και των εργαζομένων είναι διαμετρικά αντίθετα μεταξύ τους.
Τα πρώτα χρόνια
Η οικογένεια του Μαρξ ήταν μια προοδευτική εβραϊκή οικογένεια από την Τριέρη της Πρωσσίας. Ο πατέρας του Χέρσελ καταγόταν από γενιά ραββίνων, και ήταν δικηγόρος. Ο θείος του Σαμουήλ ήταν ραββίνος στην Τριέρη. Καθώς όμως στην Πρωσσία του 19ου αιώνα οι ευκαιρίες για προκοπή για μια εβραϊκή οικογένεια ήταν μειωμένες, και επειδή ο πατέρας του Χέρσελ δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος, αποφάσισε να ενστερνιστεί την λουθηρανική θρησκεία, που ήταν το θρήσκευμα της Πρωσσίας, αλλάζοντας ο ίδιος το όνομά του σε Χάινριχ, πράγμα που είχε θετικές επιπτώσεις στην καριέρα του ως νομικού. Η οικογένεια Μαρξ ήταν πολύ φιλελεύθερη, και στην οικία τους φιλοξενήθηκαν πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες την εποχή της νεότητας του Μαρξ.

Εκπαίδευση
Ο Καρλ Μαρξ ήταν άριστος μαθητής. Στα γυμνασιακά του χρόνια συνέγραψε συνολικά δύο διατριβές δοσμένου θέματος, που αφορούσαν την ιστορία και τη θρησκεία (Η τελευταία εξετάστηκε ως συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας, και απέσπασε τιμητική διάκριση. Σε αυτήν ο Μαρξ ασχολήθηκε με το κοινωνικό έργο της εκκλησίας.) και μία ελεύθερου θέματος, που αφορούσε την επιλογή επαγγέλματος. (Σ' αυτή τη διατριβή με τον καλύτερο τρόπο διαφαίνονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του νεαρού Καρλ Μαρξ και οι προοπτικές της μελλοντικής επιστημονικής και φιλοσοφικής του δραστηριότητας).
Οι πανεπιστημιακές σπουδές του Μαρξ άρχισαν στο Πανεπιστήμιο της Βόννης (Rheinische Friedrich-Wilhelms-Universität) το 1833, όπου σπούδαζε νομικά. Ωστόσο, οι συναναστροφές του στο πανεπιστήμιο της πόλης τον απέσπασαν από τις σπουδές του και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του τραγουδώντας στις μπιραρίες. Ο πατέρας του τον ανάγκασε να αλλάξει πανεπιστήμιο την επόμενη χρονιά, και έτσι ο Καρλ μεταφέρθηκε στο σοβαρό και ακαδημαϊκού ύφους πανεπιστήμιο Humboldt Universität (πρωην Friedrich-Wilhelms-Universität) στο Βερολίνο. Εκεί το ενδιαφέρον του νεαρού Μαρξ στράφηκε προς την φιλοσοφία, προς απογοήτευση του πατέρα του, και εντάχθηκε σε ένα κύκλο φοιτητών και νεαρών καθηγητών γνωστός ως ‘Οι νέοι (αριστεροί) Χεγκελιανοί’, με αρχηγό τον Μπρούνο Μπαουερ. Μερικά μέλη αυτού του κύκλου αναζητούσαν συνδετικές γραμμές ανάμεσα στην μετα-αριστοτελική και την μετα-Χεγκελιανή φιλοσοφία.
Ο Χέγκελ, που ενόσω ζούσε ήταν σημαίνουσα προσωπικότητα για το Πανεπιστήμιο και για τη Γερμανία γενικότερα, είχε πεθάνει πρόσφατα, το 1831. Οι παραδοσιακοί συνεχιστές του Χέγκελ (γνωστοί ως δεξιοί Χεγκελιανοί) που παρέμεναν στο πανεπιστήμιο διακήρυτταν ότι η σειρά των ιστορικών διαλόγων είχε ολοκληρωθεί, και η πρωσσική κοινωνία που είχε διαμορφωθεί την εποχή εκείνη ήταν η εκπλήρωση των μέχρι τότε κοινωνικών συστημάτων, με εύρωστο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, καλά πανεπιστήμια, ανεπτυγμένη βιομηχανία και χαμηλή ανεργία. Η αριστερή πτέρυγα των συνεχιστών του Χέγκελ, οι Νέοι Χεγκελιανοί, τους οποίους ακολουθούσε ο Μαρξ υποστήριζαν αντίθετα ότι υπήρχαν ακόμα νέες μεγάλες διαλεκτικές προκλήσεις, και πως η πρωσσική κοινωνία της εποχής μακράν απείχε της τελειότητας, καθώς υπήρχαν ακόμα θύλακες φτώχειας, κυβερνητικός έλεγχος και λογοκρισία, και διακρίσεις σε βάρος των αλλόθρησκων (μη-Λουθηρανών).
Η κατάσταση αυτή οδήγησε πολλούς στο να αποτρέψουν το Μαρξ από το να καταθέσει την διδακτορική του διατριβή στο πανεπιστήμιό του, καθώς πίστευαν ότι θα την καταβαράθρωναν όσοι αντιτάσσονταν στις πεποιθήσεις των αριστερών Χεγκελιανών για το ριζοσπαστικό της χαρακτήρα. Η διατριβή αφορούσε στη σύγκριση των ατομικών θεωριών του Δημόκριτου και του Επίκουρου, και κατατέθηκε τελικά στο Πανεπιστήμιο της Ιένης το 1840, όπου και έγινε δεκτή.
Επαγγελματική ζωή
Όταν ο δάσκαλος και μέντορας του, Μπάουερ, αποβλήθηκε από λέκτορας το 1842, ο Μαρξ εγκατέλειψε τη φιλοσοφία, και καταπιάστηκε με τη δημοσιογραφία, εκδίδοντας τη ριζοσπαστική γερμανική εφημερίδα ‘Rheinische Zeitung’. Η εφημερίδα έπαψε να λειτουργεί το 1843, εν μέρει λόγω προστριβών του με την κυβερνητική λογοκρισία. Ο Μαρξ επανήλθε στη φιλοσοφία στρεφόμενος προς τον πολιτικό ακτιβισμό, και εργάστηκε σαν ανεξάρτητος δημοσιογράφος.
Εγκαταστάθηκε αρχικά στη Γαλλία, όπου προέβη σε επανεκτίμηση της σχέσης του με τον Μπάουερ και τους αριστερούς Χεγκελιανούς, και έγραψε το ‘Εβραϊκό ζήτημα’, που ήταν μια κριτική στις έννοιες των πολιτικών δικαιωμάτων και της πολιτικής απελευθέρωσης. Στο Παρίσι γνώρισε και άρχισε να συνεργάζεται με τον Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με το ζήτημα της εργατικής τάξης και των οικονομικών. Ο Μαρξ εκδιώχθηκε από το Παρίσι λόγω των γραπτών του, και μαζί με τον Ένγκελς εγκαταστάθηκαν στις Βρυξέλλες.
Εκεί συνέγραψαν τη ‘Γερμανική Ιδεολογία’, μια κριτική μελέτη της φιλοσοφίας του Χέγκελ και των αριστερών Χεγκελιανών. Αργότερα ο Μαρξ έγραψε την ‘Αθλιότητα της Φιλοσοφίας’, μια κριτική μελέτη της γαλλικής σοσιαλιστικής σκέψης. Αυτά τα δύο έργα αποτέλεσαν τις βάσεις για το επικείμενο ‘Κομμουνιστικό μανιφέστο’, που πρωτοεκδόθηκε τις 21 Φεβρουαρίου του 1848, με εντολή της ‘Communist League’, μιάς οργάνωσης γερμανών μεταναστών οι οποίοι είχαν συναντήσει το Μαρξ στο Λονδίνο.
Εκείνη τη χρονιά στην Ευρώπη ξέσπασαν μεγάλες επαναστάσεις. Το εργατικό κίνημα απέσπασε την εξουσία από τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο, και κάλεσε το Μαρξ να επιστρέψει στο Παρίσι. Όταν η κυβέρνηση των εργατικών κατέρρευσε το 1849, ο Μαρξ μετανάστευσε στο Λονδίνο. Το 1852 συνέγραψε το διάσημο φυλλάδιο ‘Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη’ στο οποίο ανέλυε την κυριαρχία την άνοδο στην εξουσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Ναπολέοντα Γ'(1852-1871) στη Γαλλία. Από το 1852 εως το 1861, ενόσω ζούσε στο Λονδίνο, ο Μάρξ υπήρξε ευρωπαϊκός απεσταλμένος της εφημερίδας New York Tribune. Ο Μάρξ μελέτησε επισταμένα τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία. Η μελέτη του αυτή αποδόθηκε στα λεγόμενα "ιστορικά έργα" που περιλαμβάνουν τα εξής: "18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" , "Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία" , "Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία" . Το 1864 αποτέλεσε βασικό παράγοντα στην ίδρυση της Διεθνή Εργατική Ένωσης που ονομάστηκε αργότερα ‘Πρώτη Σοσιαλιστική Διεθνής’, ως βάση της πολιτικής δράσης. Η οργάνωση αυτή που αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια διεθνούς οργάνωσης του εργατικού κινήματος αυτοδιαλύθηκε το 1872, μετά την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού (1871) προσανατολίζοντας τα τμήματα της στην ίδρυση εργατικών κομμάτων σε κάθε χώρα. Στο Λονδίνο, ο Μαρξ αφιερώθηκε σε ιστορικά και θεωρητικά έργα, το πιο φημισμένο από τα οποία είναι ‘Το Κεφάλαιο’, ο πρώτος τόμος του οποίου εκδόθηκε το 1867.
Ο Μαρξ πέθανε στο Λονδίνο το 1883 και ετάφη στο νεκροταφείο Highgate.
Μαρξιστική Πολιτική
Η μαρξιστική προσέγγιση στην ανάλυση των ανθρώπινων υποθέσεων,που εμφανίζεται κάτω από διάφορες παραλλαγές,μας δίνει ένα συνδυασμό προβλεπτικών και καθοδηγητικών αξιωμάτων που ανοίγουν το δρόμο σε αυτό που οι μαρξιστές θεωρούν αναπόφευκτη ιστορική πορεία προς την επικράτηση του παγκόσμιου κομμουνισμού.Τελικός αντικειμενικός σκοπός και αναπόφευκτη τελική μορφή του πολιτεύματος για την ανθρωπότητα είναι η εγκαθίδρυση μιας αδιατάρακτα ειρηνικής,αταξικής κοινωνίας χωρίς κράτος,όπου η δικαιοσύνη θα πραγματώνεται με την εφαρμογή της απλής αρχής «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητες του,στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του»

Λίγα λόγια για τον στωικισμό

Η αναρχία είναι βαθύτατα επηρεασμένη από τον στωικισμό. Ο στωικισμός είναι μία ιδεολογία από τα αρχαία χρόνια. Εμφανιζόμενη αρχικώς από την αρχαία Ελλάδα. Δεν είχε μεγάλη απήχηση διότι αυτά που αντιπροσωπεύει είναι αρκετά δύσκολα να γίνουν στην πράξη. Η γνώμη μου είναι ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί διότι η κοινωνία μας δεν μπορεί να την δεχθεί.

Στωικισμός

Στωικισμός

Ο Στωικισμός αποτελεί μία σημαντική φιλοσοφική σχολή των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων (300 π.Χ. – περίπου 250 μ.Χ.), ιδρυθείσα στην Αθήνα από τον Ζήνωνα τον Κιτιέα με κέντρο την «Ποικίλη Στοά» από όπου και πήρε το όνομά της η Σχολή.
Κατά τους στωϊκούς, η ανθρώπινη φύση είναι τμήμα της παγκόσμιας φύσης, η οποία καθοδηγείται και κυβερνάται από τον συμπαντικό νόμο της Λογικής. Ο άνθρωπος, ως έλλογο ον, συγγενεύει όχι μόνο με τα άλογα ζώα αλλά και με τους Θεούς και πέραν του ενστίκτου διαθέτει και ηθική αίσθηση.
Κύριο ζητούμενο του βίου είναι συνεπώς το να ζει κάποιος σύμφωνα με την φύση του, η οποία για τον άνθρωπο, μέσω της λογικότητάς του (στα λατινικά ratio), ωθεί προς την Αρετή, άρα το «κατά Φύσιν ζήν» σημαίνει «κατ' Αρετήν ζήν». Η Αρετή είναι το μόνο αγαθό και μόνο από αυτήν εξαρτάται η ευημερία. Όλα τα υπόλοιπα πράγματα, ευχάριστα ή δυσάρεστα, στερούνται αξίας, είναι «αδιάφορα».
Σύμφωνα με τον στωϊκισμό, καθήκον του ανθρώπου είναι να θέσει τον εαυτό του σε αρμονία με το Σύμπαν, το οποίο, ως λογικό και αγαθό, τού μεταφέρει τις ιδιότητές του. Με το να βλάπτει κανείς τους άλλους για το υποτιθέμενο ατομικό του συμφέρον, υπονομεύει κατ' ουσίαν την ίδια του την φύση. Ο στωϊκός δεν αρνείται τον κόσμο των θνητών πραγμάτων, ούτε όμως και εξαρτάται από αυτόν, απλώς ζει ατάραχα μέσα του ενώ, σε αντίθεση προς την απόσυρση των επικουρείων, συμμετέχει σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής (λ.χ. πολιτική, οικογένεια, κ.λ.π.).
Κατά τους στωϊκούς, οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της κοινής λογικής φύσης τους, η αγάπη και προσφορά για την πατρίδα είναι το πρώτο βήμα της αγάπης και της προσφοράς για την μεγάλη πατρίδα όλων μας, την «κοσμόπολι» της ανθρωπότητας και του Σύμπαντος (που κυβερνάται από αιώνιους και αμετάβλητους φυσικούς νόμους), ένας τεράστιος αριθμός πραγμάτων που οι άνθρωποι αποδέχονται από ένστικτο, μπορεί να αποδειχθεί και με την Λογική, ο συμμερισμός των άλογων συναισθημάτων δεν είναι επιθυμητός, το δίκαιο είναι θέμα όχι άποψης αλλά φύσης, ο βίος καθορίζεται από την Ειμαρμένη και, φυσικά, η Μαντική ευσταθεί.
Οι Θεοί εφορεύουν στην τάξη του Κόσμου και αποτελούν πληθύνσεις μίας αρχικής πολυώνυμης θείας οντότητας, «ζώου λογικού, τελείου και νοερού», που εισδύει παντού και παίρνει τα χαρακτηριστικά του κάθε στοιχείου με το οποίο έρχεται σε επαφή. Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, μία ταυτόχρονα φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.
Σε αντίθεση προς τους επικούρειους, οι στωϊκοί δέχονται σε επίπεδο Θρησκείας την προσευχή και την λατρευτική πράξη, μόνο όμως όταν το περιεχόμενό τους βρίσκεται σε συμφωνία με την Μοίρα (Σενέκας, «Naturales Quaestiones», 2. 37 και 5. 25). Η προσευχή δεν μπορεί να αλλάξει τα γεγονότα, μπορεί ωστόσο να φέρει στον άνθρωπο την ορθή πνευματική κατάσταση σε σχέση με αυτά (Μάρκος Αυρήλιος, 9. 40), ενώ ως καλύτερη μορφή λατρείας των Θεών ορίζεται η κατανόηση και μίμηση της αγαθότητάς τους (Σενέκας, «Επιστ.» 95. 47 - 50).
Τέλος, όπως και στον Επικουρισμό, η πιθανότητα προσωπικής αθανασίας (με εξαίρεση την θέση του Ποσειδωνίου, της Μέσης Στοάς) απορρίπτεται.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Λίγα λόγια για τον εθνικοσοσιαλισμό(Ναζισμό).

Ο εθνικοσοσιαλισμός(Ναζισμός) είναι σύμφωνα με την γνώμη μου κάτι απάνθρωπο. Έχει ιδέες φασιστικές και καθαρά αντί δημοκρατικές. Προσπαθεί να επιβληθεί μέσο της βίας και φυσικά της προπαγάνδας. Είναι κάτι ακραίο και βάρβαρο o πλανήτης ολόκληρος έχει πληγεί βαθύτατα από έναν φανατισμένο οπαδό αυτής της ιδεολογίας. Τον Αδόλφο Χίτλερ,ο οποίος έχει κάνει ένα έθνος να ντρέπεται μέχρι και τις μέρες μας.

Eθνικοσοσιαλισμός

Εθνικοσοσιαλισμός



Σβάστικα, το σύμβολο του εθνικοσοσιαλισμού
Ο εθνικοσοσιαλισμός ή ναζισμός είναι πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1920 και το οποίο το 1933 οδήγησε στην καθιέρωση δικτατορικού καθεστώτος, ιδεολογικά βασιζόμενου στη φυλετική ιδέα. Το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα βρίσκει τη βάση του στην αρνητική στάση απέναντι στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αλλά και απέναντι στον κομμουνισμό. Ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός αποτελούν ιδεολογικές βάσεις του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος, ενώ στους κύριους στόχους ανήκει η αναθεώρηση της συνθήκης των Βερσαλλιών, οι σκληροί όροι της οποίας θεωρήθηκαν μετά την ήττα στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο ταπεινωτικοί από τους Γερμανούς. Επίσης στους κύριους σκοπούς ανήκει η αντικατάσταση του μισητού δημοκρατικού συστήματος με καθεστώς που θα βασιζόταν στην αρχή της «κοινότητας» με την έννοια της εθνικής και βιολογικής ενότητας με επικεφαλής τον Φύρερ. Οι ιδεολογικές αρχές του εθνικοσοσιαλισμού και η εφαρμογή τους στην πράξη οδήγησαν στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο και στο Ολοκαύτωμα στα στρατόπεδα εξόντωσης.
Πίνακας περιεχομένων
[Απόκρυψη]
1 Ο όρος
2 Κύρια χαρακτηριστικά του εθνικοσοσιαλισμού
3 Κατάληψη της εξουσίας
4 Πηγές, Αναφορές
5 Επιλεγμένη Βιβλιογραφία
//
[Επεξεργασία] Ο όρος
Ο όρος «εθνικοσοσιαλισμός» (γερμ. Nationalsozialismus) χρησιμοποιήθηκε από τους ίδιους του εθνικοσοσιαλιστές για να χαρακτηρίσουν το κίνημα, ενώ ο όρος ναζισμός, o οποίος στην Γερμανία χρησιμοποιείται πολύ σπάνια (οι εθνικοσοσιαλιστές δεν τον χρησιμοποιούσαν καν), προέρχεται από την αγγλική λέξη nazism, η οποία με το μέρος της έχει την ρίζα της στην συντόμευση της γερμανικής λέξης Nationalsozialismus (εθνικοσοσιαλισμός). Σαν όρος, ο εθνικοσοσιαλισμός βρίσκει την βάση του στο πρόγραμμα του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος από το 1920, το οποίο υποστηρίζει μια εν μέρει σοσιαλιστική κοινωνία.
Μετά την πτώση του Τρίτου Ράιχ ο όρος του εθνικοσοσιαλισμού υιοθετήθηκε από την κατοπινή Δυτική Γερμανία, ενώ στην Ανατολική Γερμανία, όπως και στην ΕΣΣΔ καθιερώθηκε ο όρος του φασισμού (Hitlerfaschismus). Ως ναζί χαρακτηρίζονται οι υποστηρικτές του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος.
[Επεξεργασία] Κύρια χαρακτηριστικά του εθνικοσοσιαλισμού
Δεν είναι βέβαιο το κατά πόσο υπήρξε μια ενιαία εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία. Σχετικά με το θέμα αυτό, ο Χανς Φρανκ (γενικός διοικητής της κατεχόμενης Πολωνίας) κατέθεσε στις δίκες της Νυρεμβέργης ότι υπήρξαν σε αριθμό τόσοι εθνικοσοσιαλισμοί, όσο υπήρξαν και εθνικοσοσιαλιστές. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, αφού είναι άγνωστο εάν ο εθνικοσοσιαλισμός θα επιβίωνε χωρίς τον Φύρερ, τον κεντρικό πυρήνα δηλαδή, γύρω από τον οποίο είχε χτιστεί ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Ως κύρια χαρακτηριστικά μπορούν να αναφερθούν τα εξής:
Ρατσισμός και, κυρίως, αντισημιτισμός, ο οποίος οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, όπως και η εξύμνηση της «άρειας και γερμανικής φυλής».
Ευγονική και «φυλετική υγιεινή», η οποία επιβάλλεται στο λαό με τους φυλετικούς Νόμους της Νυρεμβέργης
Συγγένεια με τον φασισμό, η οποία μεταξύ άλλων φαίνεται και στην σκηνοθέτηση προπαγανδιστικών διοργανώσεων.
Αντίθεση με τον μαρξισμό, τον κομμουνισμό, τον μπολσεβικισμό και τον καπιταλισμό.
Απολυταρχισμός – Άρνηση της δημοκρατίας μέσω της σύνθλιψης πολιτικών κομμάτων και συνδικάτων και του περιορισμού της ελευθερίας τύπου και έκφρασης.
Εκτενής δύναμη για τις μυστικές υπηρεσίες και τους πληροφοριοδότες (βλ. Γκεστάπο).
Σύστημα Φύρερ – Συγκέντρωση της εξουσίας σε μια κεντρική ηγετική προσωπικότητα, καθώς επίσης και ανάλογη ιεραρχική συνέχεια προς τα κάτω (ιεραρχική πυραμίδα).
Μιλιταρισμός
Ιδεολογία της Volksgemeinschaft, της εθνικής και βιολογικής ενότητας δίχως κοινωνικό αγώνα.
Πολιτική ζωτικού χώρου, απαίτηση ζωτικού χώρου στην ανατολή, υπεράσπιση «αίματος και χώματος» (Blut und Boden).
Πρωσικές αρετές και το φιλοσοφικό κίνημα του γερμανικού ιδεαλισμού.
Όπως και ο φασισμός στην Ιταλία, τον οποίο ο ίδιος ο Μουσολίνι χαρακτήριζε ως «συγχώνευση του κεφαλαίου και του κράτους», έτσι και οι εθνικοσοσιαλιστές υποστηρίχθηκαν οικονομικά από Γερμανούς όπως επίσης και ξένους επιχειρηματίες ως ανάχωμα ενάντια στο μπολσεβικισμό.


Ο αντισημιτισμός στην Γερμανία, 1 Απριλίου 1933: «Γερμανοί αμυνθείτε! Μην αγοράζετε από Εβραίους!»
Ο γερμανικός αντισημιτισμός προήλθε από διαφορετικές και εν μέρει αντιφατικές κοινωνικές κατευθύνσεις. Βάσει αυτών, οι Εβραίοι είχαν την ευθύνη για οποιαδήποτε κοινωνική κρίση, όπως την ανεργία, την αστικοποίηση, την ερήμωση της επαρχίας, κλπ. Μια εθνικοσοσιαλιστικής προελεύσεως θεωρία συνωμοσίας τούς παρουσίαζε ως υπαίτιους του σοβιετικού μπολσεβικισμού, όπως συγχρόνως και του θανάσιμου εχθρού του, της αγγλοαμερικανικής κεφαλαιοκρατίας, κοινός στόχος των οποίων ήταν η σύνθλιψη της Γερμανίας. Γενικώς οι Εβραίοι θεωρούνταν αποσυνθετικό στοιχείο για την κοινωνία, καθώς επίσης και κατωτέρα φυλή. Οι Εθνικοσοσιαλιστές έστησαν ολόκληρη επιχείρηση (Επιχείρηση Ράινχαρντ) για να εξοντώσουν όλους τους Εβραίους τόσο στην Γερμανία όσο και στις κατεχόμενες χώρες. Δημιουργήθηκαν, έτσι, τα Ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, στα οποία βρήκαν τον θάνατο περίπου 6.000.000 Εβραίοι.
Ο όρος της φυλής αποτελούσε κεντρική έννοια της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Τέθηκε ως αίτημα η «ανωτερότητα της άρειας φυλής», η οποία έπρεπε οπωσδήποτε να προστατευτεί από την ανάμειξη με άλλες φυλές που θα αποτελούσε «επιβλαβή επιρροή». Η ανάγκη αυτή για τη συντήρηση της αποκαλούμενης «αγνότητας του αίματος» στάθηκε λόγος για τους νόμους της Νυρεμβέργης, οι οποίοι απαγόρευαν το γάμο μεταξύ Γερμανών και «κυρίως διαφορετικής φυλής» ξένων. Η εξόντωση ή η υποχρεωτική στείρωση ψυχικά ασθενών και εγκληματιών (Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4), είχε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ως στόχο τον περιορισμό της μετάδοσης "ανεπαρκών" γονιδίων στις επόμενες γενεές.
Συγχρόνως, αναπτύχθηκε πολεμική βιομηχανία, πρώτα κρυφά, λόγω της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Αργότερα, όταν ο Χίτλερ αποφάσισε να αγνοήσει την Συθήκη, φανερά. Στόχος του Χίτλερ, όπως και άλλων υψηλόβαθμων στελεχών του NSDAP ήταν μια σειρά από επιθετικούς πολέμους, όταν πλέον οι Ένοπλες Δυνάμεις (Wehrmacht) της χώρας θα ήταν αρκετά ισχυρές. Σχεδίαζαν να απομονώσουν διάφορες χώρες κατά σειρά και κατόπιν να τις εξουδετερώσουν. Όσον αφορά τον τελικό στόχο των πολέμων αυτών, οι απόψεις διαφέρουν: Ενώ πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι στόχος ήταν η κατάκτηση της ηπειρωτικής Ευρώπης και της δυτικής ΕΣΣΔ μέχρι την γραμμή Αρχαγκέλσκ - Καύκασος - Ουράλια και ο εποικισμός με γερμανικούς πληθυσμούς, άλλοι θεωρούν ότι ο Χίτλερ είχε στόχο την παγκόσμια κυριαρχία. Η γερμανική κυριαρχία στις κατεχόμενες περιοχές θα ενισχύονταν με τον διωγμό των ανεπιθύμητων αυτοχθόνων πληθυσμών. Ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, Υπουργός Ανατολικών Εδαφών, θα πει, ύστερα από τις πρώτες νίκες στην ΕΣΣΔ: "Οι Ρώσοι θα εκδιωχθούν πέρα από τα Ουράλια όρη. Θα μας ευγνωμονούν εκατό χρόνια μετά, γιατί τους επαναφέραμε στη φυσική κοιτίδα τους".[1]
[Επεξεργασία] Κατάληψη της εξουσίας
Κύριο άρθρο: Ναζιστική Γερμανία
Αφού στις εκλογές της 5 Μαρτίου 1933 το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα απέτυχε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Χίτλερ ήταν αναγκασμένος να συνεχίσει τον συνασπισμό με το Εθνικό Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP). Ως πρόεδρο του ισχυρότερου κόμματος της βουλής, ο Πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ είχε διορίσει τον Χίτλερ πέντε εβδομάδες νωρίτερα, στις 30 Ιανουαρίου, καγκελάριο της Γερμανίας. Αν και οι εθνικοσοσιαλιστές κοινοποίησαν την ημέρα αυτή ως ημέρα της «κατάληψης της εξουσίας», η διαδικασία δεν ήταν παρά μια συνηθισμένη αλλαγή Κυβέρνησης. Η κατάσταση άλλαξε με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου. Οι εθνικοσοσιαλιστές δήλωσαν ότι επρόκειτο για προσπάθεια επανάστασης των κομμουνιστών και με αναγκαστικό διάταγμα βάσει του άρθρου 48 του συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης απέκτησαν την επόμενη κιόλας μέρα την δύναμη να καταργήσουν τα εγγυημένα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτικών τους αντιπάλων (ειδικά των κομμουνιστών) και να τους καταδιώξουν.
Την απόλυτη κατάκτηση της εξουσίας πέτυχαν με τον «Εξουσιοδοτικό νόμο» (Ermächtigungsgesetz) στις 23 Μαρτίου, ο οποίος έπρεπε να ψηφιστεί από τουλάχιστον τα δυο τρίτα της βουλής. Με την απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD) και την σύλληψη πολλών σοσιαλδημοκρατών βουλευτών, ο Χίτλερ κατάφερε, με τη βοήθεια του συντηρητικού "Zentrum" και του εθνικιστικού "DNVP", να συγκεντρώσει τις απαραίτητες ψήφους. Ο «Εξουσιοδοτικός νόμος» παραχώρησε όλη την νομοθετική εξουσία στην Κυβέρνηση, ανεξάρτητα από κοινοβούλιο και Πρόεδρο. Με άλλα λόγια, το Κοινοβούλιο επέτρεψε την ενοποίηση της εκτελεστικής εξουσίας με την νομοθετική και, με τον τρόπο αυτό, έγινε περιττό. Με την απόφαση αυτή αρχίζει στη Γερμανία η περίοδος της εθνικοσοσιαλιστικής δικτατορίας, γνωστή και ως εποχή του «Τρίτου Ράιχ».




Μιχαήλ Μπακούνιν
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Μιχαήλ Μπακούνιν

Γεννήθηκε
30 Μαΐου 1814Πριαμούκινο, Ρωσική Αυτοκρατορία
Πέθανε
1 Ιουλίου 1876 (62 ετών)Βέρνη, Ελβετία
Ιδιότητα
Φιλόσοφος, Αναρχικός
Ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν (ρωσ.: Михаил Александрович Бакунин) υπήρξε Ρώσος θεωρητικός του αναρχισμού που με τα γραπτά του και με το βίο του λειτούργησε ως σημείο αναφοράς στην ιστορία του αναρχικού κινήματος, καθώς αποτέλεσε μία από τις πλέον διάσημες επαναστατικές μορφές του 19ου αιώνα. Επηρεάστηκε από την εγελιανή φιλοσοφία και κυριότερα από την ιστορική διαλεκτική από την οποία συνήγαγε και τη θεωρία της αναρχικής πάλης. Ήρθε σε επαφή με τον Μαρξ και τον Ένγκελς και φυσικά τον Προυντόν, τις θέσεις του οποίου για τον αναρχισμό ασπάσθηκε: ο Μπακούνιν εναντιώθηκε στην ύπαρξη κάθε μορφής κράτους, ακόμα και σοσιαλιστικού.
Βιογραφικά στοιχεία
Τα πρώτα χρόνια
Ο Μιχαήλ Μπακούνιν, ένας από τους πιο σημαντικούς αναρχικούς του 19ου αιώνα, γεννήθηκε στο Πριαμούκινο κοντά στο Τβερ (σημερινό Καλίνιν), το 1814 στις 8 Μαΐου. Προερχόμενος από αριστοκρατική ρωσική οικογένεια, προορίστηκε από την οικογένειά του για στρατιωτική καριέρα στην Αγία Πετρούπολη. Ήδη από τότε, τα πρώτα χρόνια έχει την άποψη ότι οι στρατιώτες είναι δουλοπάροικοι, που δωροδοκούνταν με αμοιβές και δώρα για να καταστείλουν τον υπόλοιπο λαό. Η σχολή του πυροβολικού στην οποία κατατάχτηκε το 1828, κατακλυσμένη από αριστοκράτες, είχε την μεγαλύτερη ελευθερία στη σκέψη και την έρευνα από οποιοδήποτε άλλο τομέα του στρατού. Έτσι, ο Μπακούνιν στρέφει το ενδιαφέρον του προς τη φιλοσοφία. Το 1832 γίνεται αξιωματικός, αλλά μην αντέχοντας το τρόπο ζωής στο στρατό, παραιτείται το 1835 και οδεύει για τη Μόσχα όπου ελπίζει να σπουδάσει φιλοσοφία.
Ο Εγελιανισμός ήταν τότε σε άνοδο και κίνησε το ενδιαφέρον του Μπακούνιν ο οποίος πήρε την άδεια να σπουδάσει στην Γερμανία, στηριγμένος στην οικονομική βοήθεια του Χέρτσεν (Hertzen). Επισκέφτηκε το Βερολίνο, τη Δρέσδη και τη Λειψία, εμβαθύνοντας στη φιλοσοφία του Χέγκελ, που τη χαρακτήρισε κατόπιν ώς την "άλγεβρα της Επανάστασης". Ήδη όμως έκλινε προς την ετερόδοξη σχολή, που ανέδειξε άτομα όπως ο Λούντβιχ Φόυερμπαχ (Ludwig Feuerbach) και ο Νταβίντ Φρίντριχ Στράους (David Friedrich Strauss).
Η δράση του σε Δρέσδη, Παρίσι, Πράγα
Το 1842 ο Μπακούνιν βρισκόταν στη Δρέσδη και επηρεασμένος από τον Άρνολντ Ρούγκε προσχώρησε στο κίνημα της εγελιανής αριστεράς. Ένα δοκίμιό του με τίτλο "Η Αντίδραση στην Γερμανία" πήρε μεγάλη δημοσιότητα και τον ανάγκασε να καταφύγει στην Ελβετία. Το 1843 επισκέφτηκε το Παρίσι και γνώρισε τον Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν (Pierre Joseph Proudhon), ο οποίος εκείνη την χρονιά δημοσίευσε το Η δημιουργία της τάξης στην ανθρωπότητα. Η γνωριμία αυτή τον έκανε να ενστερνιστεί τις αναρχικές απόψεις. Τα επόμενα χρόνια ο Μπακούνιν τα αφιέρωσε στο να κάνει το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα αναρχικό και διεθνές.
Από το 1844 μέχρι το 1848 έζησε κυρίως στο Παρίσι. Το γεγονός πως υπήρχαν εναντίον του υποψίες για κατασκοπία από την πλευρά των Ρώσων, οδήγησε την ρωσική κυβέρνηση να ανακαλέσει την άδεια με την οποία του επιτρεπόταν να κατοικεί στο εξωτερικό. Αντί να υπακούσει στη διαταγή και να επιστρέψει στη Ρωσία, απηύθυνε κάλεσμα σε Πολωνούς και Ρώσους για ένωση σε μια πανσλαβική επαναστατική συνομοσπονδία. Τότε επικηρύχθηκε για 10.000 ρούβλια και η γαλλική κυβέρνηση τον απέλασε. Αλλά η επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1848 τον έφερε πίσω στο Παρίσι. Από εκεί όρμησε στην Πράγα μεταλαμπαδεύοντας τη σπίθα της επανάστασης, για να ξεσηκώσει το συνέδριο των Σλάβων. Επίσης έγινε μέλος της σλαβικής επαναστατικής επιτροπής.
Το 1849 ανεβαίνει στα οδοφράγματα της Δρέσδης στο πλευρό του Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner). Προσπαθώντας να διαφύγει από την Δρέσδη συνελήφθη, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο το Μάιο του 1850. Η καταδίκη του μετατράπηκε σε ισόβια. Σχεδίασε να δραπετεύσει στην Αυστρία, συνελήφθη ξανά και καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά τελικά εκδόθηκε στη Ρωσία.
Φυλάκιση, εξορία και ξανά Ευρώπη
Κρατήθηκε για αρκετά χρόνια σε ένα μπουντρούμι στο φρούριο Νέβα και για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Σιβηρία (από το 1857). Στο διάστημα τη εξορίας του στη Σιβηρία παντρεύτηκε τη νεαρή Πολωνέζα Antonia Kwiatkowska. Μολονότι πέρασε πολλά χρόνια στη φρίκη των ποινικών κολαστηρίων, το πνεύμα του παρέμεινε ανυπότακτο. Κατόρθωσε τελικά να δραπετεύσει και να περπατήσει ανατολικά πάνω από 1.00 μίλια μέσα από τρομερές κακουχίες, φθάνοντας στη θάλασσα, από όπου πέρασε απέναντι στην Ιαπωνία. Από εκεί μπήκε σε πλοίο για την Καλιφόρνια και από κει βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, για να καταφύγει τελικά στο Λονδίνο όπου φιλοξενήθηκε από τον Alexander Hertzen. Έχοντας υποστεί αναρίθμητες δυσκολίες και περιπέτειες και έχοντας αναμιχθεί με όλους τους τύπους των ανθρώπων, κάτω από όλες τις συνθήκες, διαπίστωσε ότι κάθε κυβέρνηση ήταν τυραννία. Ρίχτηκε στην επαναστατική δράση με έντονο ενθουσιασμό. Με τον Χέρτσεν δημοσίευσε τον "Συναγερμό της Επανάστασης" (Tocsin of revolution).


Ο τάφος του Μπακούνιν στη Βέρνη
Η Πρώτη Διεθνής, οι διαφωνίες με τον Μάρξ, ο θάνατος
Το 1868, προσχώρησε στη Διεθνή Ένωση Εργαζομένων, επίσης γνωστή ως Πρώτη Διεθνή, μια ομοσπονδία ριζοσπαστικών συνδικάτων με παραρτήματα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Το 1869, η Σοσιαλδημοκρατική Συμμαχία δεν έγινε δεκτή στη Διεθνή με το επιχείρημα ότι ήταν και η ίδια μια διεθνής οργάνωση, και ότι στη Διεθνή επιτρέπονταν ως μέλη μόνο εθνικές οργανώσεις. Έτσι η συμμαχία αυτοδιαλύθηκε και τα διάφορα τμήματα που την αποτελούσαν προσχώρησαν στη Διεθνή το καθένα ξεχωριστά. Ο Μπακούνιν συνέβαλε στη δημιουργία παραρτημάτων της διεθνούς στην Ιταλία και την Ισπανία.
Ανάμεσα στο 1869 και 1870, ο Μπακούνιν γνωρίζεται με τον Σεργκέι Νετσάγιεφ ο οποίος φαίνεται να εκμεταλλεύεται τον επαναστατικό ενθουσιασμό του πρώτου προκειμένου να υλοποιήσει τα διάφορα σχέδιά του. Σύντομα ο Μπακούνιν διακόπτει κάθε σχέση με τον Νετσάγιεφ για πολλούς λόγους, κυρίως όμως λόγω της Μακιαβελλικής και "Ιησουίτικης" μεθόδου του Νετσάγιεφ - που, εκτός των άλλων, συμπεριέλαβε και την δολοφονία ενός συντρόφου του, του φοιτητή Ιβάνωφ- σύμφωνα με την οποία όλα τα μέσα δικαιολογούνται προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι.
Το 1870 ο Μπακούνιν πρωτοστάτησε σε μια αποτυχημένη εξέγερση στη Λυών, πάνω σε αρχές που εφαρμόστηκαν στην πράξη αργότερα από την Παρισινή Κομμούνα. Κάνοντας έκκληση για γενική εξέγερση σε απάντηση της κατάρρευσης της γαλλικής κυβέρνησης κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου, και επιδιώκοντας να μετασχηματίσει την αντιπαράθεση των δυνάμεων κυριαρχίας σε κοινωνική επανάσταση, συνέταξε τη διακήρυξη της αναρχικής επανάστασης που τοιχοκολλήθηκε στη Λυών στις 26 Σεπτεμβρίου 1870.Χαρακτηριστικά αναφέρεται : "καταργούνται η κυβερνητική εξουσία του κράτους και η διοικητική μηχανή , επειδή κατέληξαν να είναι άχρηστες" (άρθρο 1) και "αναστέλλεται η λειτουργία των ποινικών και πολιτικών διακστηρίων και τις αρμοδιότητές τους επωμίζεται η Λαϊκή Δικαιοσύνη" (άρθρο 2).
Στο συνέδριο του 1872 κυριάρχησε η διαμάχη ανάμεσα στη φράξια γύρω από τον Καρλ Μαρξ,που στήριζε τη συμμετοχή στις κοινοβουλευτικές εκλογές, και τη φράξια γύρω από τον Μπακούνιν, που αντιτάχτηκε σε μια τέτοια συμμετοχή. Η φράξια αυτή έχασε την ψηφοφορία, ωστόσο αυτό δεν ήταν αρκετό για τον Μαρξ. Στο τέλος του συνεδρίου ο Μπακούνιν και διάφοροι άλλοι που ανήκαν στη φράξια αποβλήθηκαν για υποτιθέμενη συγκρότηση μυστικής οργάνωσης μέσα στη Διεθνή. Οι διαφωνίες με τον Μαρξ, που οδήγησαν στην αποβολή από τη Διεθνή στο συνέδριο αυτό, αποτέλεσαν ένδειξη της αυξανόμενης αντίθεσης μεταξύ δυο κυρίων ρευμάτων που σχηματίστηκαν στους κόλπους της. Δηλαδή μεταξύ των "αντί-απολυταρχικών" τμημάτων της Διεθνούς, τα οποία υποστήριζαν την άμεση επαναστατική δράση και την οργάνωση των εργαζομένων προκειμένου να καταργηθούν άμεσα το κράτος και η κεφαλαιοκρατία, και των σοσιαλδημοκρατικών τμημάτων που ήταν σύμμαχοι του Μάρξ, τα οποία υποστήριζαν την κατάκτηση της πολιτικής δύναμης από την εργατική τάξη και την ύπαρξη μιας μεταβατικής μορφής κράτους μετά την επανάσταση.
Οι αναρχικοί επέμεναν ότι το συνέδριο ήταν στημένο και έτσι οργάνωσαν δική τους διάσκεψη της Διεθνούς στο Saint - Ymer στην Ελβετία. Ο Μπακούνιν συνέχισε να δραστηριοποιείται σε αυτή αλλά και στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα. Στα χρόνια μεταξύ του 1870 και 1876 έγραψε ένα μεγάλο μέρος της εμβρυώδους εργασίας του, όπως το "Κρατισμός και Αναρχία" και το "Θεός και Κράτος". Παρά τη φθίνουσα πορεία της υγείας του προσπάθησε να συμμετάσχει σε μια εξέγερση στην Μπολόνια, αλλά αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελβετία μεταμφιεσμένος και να εγκατασταθεί στο Λουγκάνο. Συνέχισε να δραστηριοποιείται στο ριζοσπαστικό κίνημα της Ευρώπης, έως ότου τα περαιτέρω προβλήματα της υγείας του τον ανάγκασαν να μεταφερθεί σε ένα νοσοκομείο της Βέρνης στην Ελβετία, όπου πέθανε στις 1 Ιουλίου του 1876

Αναρχία

ΑΝΑΡΧΙΑ
O Αναρχισμός (Αγγλικά: Anarchism, Ισπανικά: anarquismο) είναι ένα ιδεολογικό, πολιτικό και κοινωνικό κίνημα. Ετυμολογικά προέρχεται από την ελληνική λέξη αρχή= εξουσία και το στερητικό α. Στην κυριολεξία αναρχία σημαίνει «χωρίς εξουσία». Ο όρος αναρχισμός είναι αρκετά παρεξηγημένος καθώς αρχικά αρνητική είχε έννοια, διότι αναρχία συνήθως σήμαινε χάος κοινωνικό, πολιτικό και όχι μόνο. «Δήλωνε» δηλαδή την αταξία ή υπήρχαν φορές που ταυτιζόταν με βομβιστικές τρομοκρατικές ενέργειες. Η σύνδεση με τη βία είναι προπαγανδιστική καθώς οι μεγαλύτερες σχολές και οι μεγαλύτεροι θεωρητικοί αναρχικοί, θεωρούν τη βία όχι μόνο ακατάλληλο μέσο επιβολής αλλά επίσης την εξισώσουν με την αστική ηθική.
Η πρώτη αναφορά της λέξεως αναρχία υπάρχει στο έργο Επτά επί Θήβαις (467 πχ) του Αισχύλου. Εκεί η Αντιγόνη ανοιχτά αρνείται να αποδεχτεί το διάταγμα των κρατούντων να αφήσει άθαφτο το πτώμα του αδερφού της Πολυνείκη, ως τιμωρία για τη συμμετοχή του στην επίθεση κατά των Θηβών, λέγοντας: "Ακόμα και αν κανείς άλλος δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει στην ταφή, εγώ μόνη μου θα τον έθαβα και θα έπαιρνα το ρίσκο που θα σημαίνει η ταφή του αδερφού μου. Ούτε ντρέπομαι να δράσω ενάντια αψηφώντας τη βούληση των κρατούντων (έχουσα άπιστων την αναρχίαν πόλει)."
Οι αναρχικές ιδέες επίσης ανάχθηκαν σε θρησκείες όπως ο βουδισμός αλλά και σε φιλοσοφικές σχολές σκέψης. Σύμφωνα με τον Πιοτρ Κροπότκιν οι στωικοί, με κορυφαίο τον Ζήνωνα "αποστρεφόντουσαν την παντοδυναμία του κράτους, την επέμβασή του και τον κρατισμό και διακήρυσσαν την κυριαρχία του ηθικού νόμου του ατόμου" [1]. Έτσι σύμφωνα με τον Κροπότκιν, ο Ζήνων ήταν ο καλύτερος υπέρμαχος της αναρχίας στον αρχαίο κόσμο[1].
Η πρώτη επίσημη γνωστοποίηση αναρχικών θέσεων προήλθε από τον ατομικιστή αναρχικό Ουίλιαμ Γκούντγουιν (William Godwin). Ήταν αυτός που στο έργο του Έρευνα για την πολιτική δικαιοσύνη πραγματεύτηκε μία μορφή ακραίου πολιτικού φιλελευθερισμού. Στη συνέχεια ο αναρχισμός ως μια ξεχωριστή πολιτική ιδεολογία εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα όταν οι υποστηρικτές και ο ίδιος ο Μιχαήλ Μπακούνιν αποσπάστηκαν από την Πρώτη Διεθνή, ή Διεθνή Ένωση των Εργατών που είχαν ιδρύσει ο Καρλ Μαρξ σε συνεργασία με τον «πατέρα της αναρχίας» Πιερ Ζοζέφ Προυντόν. Η πίστη του Μπακούνιν σε έναν «αντιεξουσιαστικό σοσιαλισμό» ήταν αυτή που οδήγησε στη διαγραφή του από τη Διεθνή και έβαλε τα θεμέλια για τον αναρχοκολεκτιβισμό ή κολεκτιβιστικό αναρχισμό, πάνω στον οποίο στηρίχτηκαν οι περισσότερες αναρχικές θεωρίες όπως ο αναρχοσυνδικαλισμός, ο οικοαναρχισμός, ο αναρχοκομμουνισμός κα. Με βάση λοιπόν τον αναρχοκολεκτιβισμό, ο αναρχισμός του 20ου αιώνα αρνείται τη μεταβατική περίοδο της Δικτατορίας του Προλεταριάτου (που ήταν μία από τις κύριες διαφωνίες του Μαρξ με τον Μπακούνιν), που προτείνουν οι κομμουνιστές για το πέρασμα στην αταξική κοινωνία. Επίσης, προωθεί την αυτοδιαχείριση και εστιάζει στην προσωπική ευθύνη που έχει το άτομο για τις πράξεις του απέναντι στον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο, του οποίου είναι μέλος.
Οι στόχοι του αναρχισμού, καθώς και τα μέσα επίτευξης των στόχων αυτών, αντιμετώπισαν έντονη κριτική και θεωρήθηκαν ουτοπικά. Για αυτόν το λόγο η απήχηση που έχει ο αναρχισμός είναι περιορισμένη σε σχέση με άλλες κυριότερες πολιτικές ιδεολογίες όπως ο σοσιαλισμός, ο φιλελευθερισμός κτλ. Οι αναρχικοί απορρίπτουν όλες τις μορφές κοινοβουλευτικής πολιτικής δράσης ως ανούσιες και πιστεύουν σε μία «κοινωνική επανάσταση» (αναρχοκομουνιστές), σε γενικές απεργίες (αναρχοσυνδικαλιστές) ή σε μία γενική «ανυπακοή των μαζών» (ατομικιστές αναρχικοί). Ο αναρχισμός σαν κίνημα μπορεί και «επιβιώνει», για τον απλό λόγο ότι μπορεί και παίρνει θέση σε όλα τα κοινωνικά ζητήματα.
Η λέξη αναρχία, όπως τη χρησιμοποιούν οι περισσότεροι αναρχικοί, δηλώνει μια αρμονική αντιεξουσιαστική αταξική κοινωνία, που στηρίζεται στις δυνατότητες της εθελοντικής συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας των ανθρώπων με βάση τον ατομικό αυτοπροσδιορισμό και την προσωπική συμμετοχή. Στη θέση των εξουσιαστικών πολιτικών δομών και των οικονομικών θεσμών οι αναρχικοί προτείνουν κοινωνικές σχέσεις θεμελιωμένες στην "εκούσια" ομαδική συγκρότηση αυτόνομων ατόμων, την αμοιβαία βοήθεια και την αυτοδιάθεση.
Ενώ συχνά ο αναρχισμός ορίζεται από αυτό στο οποίο εναντιώνεται, εντούτοις οι αναρχικοί ανά τις εποχές προσέφεραν σύμφωνα με το όραμα για αυτό που πιστεύουν ότι είναι η αληθινά ελεύθερη κοινωνία. Ωστόσο, οι ιδέες για το πώς μπορεί να είναι λειτουργική μια τέτοια κοινωνία πιθανώς διαφέρουν πολύ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις διαπλεκόμενες οικονομικές σχέσεις.
Είδη Αναρχισμού
Ατομικιστικός Αναρχισμός
Υποστηρίζει ως αναγκαία την αναγνώριση της "εμπράγματης ιδιοκτησίας" του κάθε ατόμου. Ο κύριος εκπρόσωπος αυτού του ρεύματος είναι ο Κάσπαρ Σμίντ, πιο γνωστός ως Μαξ Στίρνερ. Ο ατομιστικός αναρχισμός είναι μια μορφή άκρατου φιλελευθερισμού, όπου κύρια στοιχεία του είναι ο ακραίος ατομικισμός, ο ατομισμός, ο εγωισμός, η συμβατική υποχρέωση, η ατομική ιδιοκτησία και άλλα. Πιθανή απόρροια του ατομικιστικού αναρχισμού είναι ο αναρχοκαπιταλισμός.
Αναρχοκολεκτιβισμός
Συνοπτικά ο κολεκτιβιστικός αναρχισμός (αναρχοκολεκτιβισμός) είναι μια μορφή άκρατου σοσιαλισμού (εξού και η άρνηση στη δικτατορία του προλεταριάτου), όπου κύρια στοιχεία είναι ο ακραίος κολεκτιβισμός, η ταξική πάλη, η κοινωνική επανάσταση, η συνεργασία / αμοιβαιότητα (μουτουαλισμός), το κοινωνικό καθήκον, η κοινοκτημοσύνη και άλλα. Απόρροια του αναρχοκολεκτιβισμού είναι ο αναρχοκομμουνισμός.
Αναρχοσυνδικαλισμός
Αναπτύχθηκε στη Γαλλία, Ισπανία και την Ιταλία, ενώ επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες. Αντιτίθεται στο κράτος, την πολιτική πάλη και τα πολιτικά κόμματα. Δίνει τον πρώτο ρόλο στα συνδικάτα και θεωρεί την απεργία ως τη βασική μέθοδο πάλης ενάντια στην αστική τάξη.
Αναρχοκομμουνισμός
Φρονεί ότι την ιδιοκτησία θα πρέπει να τη διαχειρίζονται οι εθελοντικές ομάδες, σημείο που προσβάλει όμως την ελευθερία της νομής της κατοχής και της εκμετάλλευσης αυτής από τον ιδιοκτήτη. Κύριος εκφραστής της θεωρίας αυτής ήταν ο Π. Κροπότκιν, ο οποίος τοποθετούσε τα συμφέροντα της κοινωνίας πάνω από τα συμφέροντα του ατόμου και προέτασσε την ηθική δράση εναντίον της αστικής τάξης και της κυβέρνησης.
Αναρχοκαπιταλισμός
Αναρχοκαπιταλισμός ή αναρχισμός της ελεύθερης αγοράς αποκλήθηκε το ρεύμα εκείνο του φιλελεύθερου ατομικισμού που αρνείτο την ύπαρξη του κράτους, ως αυτόνομου μηχανισμού εξουσίας επί της κοινωνίας. Οι κύριοι θεωρητικοί του αναρχοκαπιταλισμού οραματίστηκαν ένα κοινωνικό μοντέλο στηριγμένο αποκλειστικά στην ατομική ιδιοκτησία και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι βασικοί τους στόχοι ήταν η διαμόρφωση ενός δικαίου στηριγμένου στα αρνητικά δικαιώματα, η ιδιωτικοποίηση όλων των κρατικών θεσμών και η εξάλειψη κάθε μορφής άμεσου εξαναγκασμού έναντι οιουδήποτε πολίτη. Πίσω από τις αρχές τους υφέρπει μια προσήλωση στα φυσικά δικαιώματα και στην λοκιανή κοσμοθέαση. Πολλοί αναρχοκαπιταλιστές θεώρησαν ως εμβρυακό μοντέλο αναρχοκαπιταλιστικής κοινωνίας την μισοδιαλυμένη από τους πολέμους και ουσιαστικά ακυβέρνητη επί χρόνια Σομαλία.
Πριμιτιβισμός
Ο Πριμιτιβισμός (αναφέρεται και ως Πρωτογονισμός ενώ παλιότερα ονομαζόταν Αναρχοπρωτογονισμός) είναι ένας κλάδος-τάση του Αναρχισμού. Η τάση αυτή εστιάζει στο ρόλο της μετάβασης από τις πρώτες τροφοσυλλεκτικές και ασχολούμενες με το κυνήγι κοινωνίες στις αγροτικές κοινωνίες στην δημιουργία ιεραρχικών κοινωνιών και στην αλλοτρίωση των ανθρώπων. Από τους υποστηρικτές της θεωρίας αυτής προτείνεται η επιστροφή σε "μη-πολιτισμένους" τρόπους ζωής μέσω της αποβιομηχάνισης, της κατάργησης του καταμερισμού της εργασίας και εγκατάλειψη της τεχνολογίας. Η επιστήμη, όπως και η τεχνολογία, θεωρείται ως μη ουδέτερη, και πιστεύεται ότι πάντα ενσωματώνει τις αξίες και τους σκοπούς όσων την παράγουν και την ελέγχουν. Ο Πριμιτιβισμός ασκεί κριτική κυρίως σε δύο ζητήματα: Τον πολιτισμό και την τεχνολογία. Είναι κατά του καταμερισμού εργασίας και κατά της εξειδίκευσης. Έπειτα από διάφορες διενέξεις, το πρόθεμα «αναρχο-» αφαιρέθηκε και ονομάζεται πλέον Πρωτογονισμός ή Πριμιτιβισμός. Πηγή έμπνευσης για τον πριμιτιβισμό αποτελούν οι Λουδδίτες.


Αναρχοκομμουνισμός
ρόλο της μετάβασης από τις πρώτες τροφοσυλλεκτικές και ασχολούμενες με το κυνήγι κοινωνίες στις αγροτικές κοινωνίες στην δημιουργία ιεραρχικών κοινωνιών και στην αλλοτρίωση των ανθρώπων. Από τους υποστηρικτές της θεωρίας αυτής προτείνεται η επιστροφή σε "μη-πολιτισμένους" τρόπους ζωής μέσω της αποβιομηχάνισης, της κατάργησης του καταμερισμού της εργασίας και εγκατάλειψη της τεχνολογίας. Η επιστήμη, όπως και η τεχνολογία, θεωρείται ως μη ουδέτερη, και πιστεύεται ότι πάντα ενσωματώνει τις αξίες και τους σκοπούς όσων την παράγουν και την ελέγχουν. Ο Πριμιτιβισμός ασκεί κριτική κυρίως σε δύο ζητήματα: Τον πολιτισμό και την τεχνολογία. Είναι κατά του καταμερισμού εργασίας και κατά της εξειδίκευσης. Έπειτα από διάφορες διενέξεις, το πρόθεμα «αναρχο-» αφαιρέθηκε και ονομάζεται πλέον Πρωτογονισμός ή Πριμιτιβισμός. Πηγή έμπνευσης για τον πριμιτιβισμό αποτελούν οι Λουδδίτες.
Αναρχοχριστιανισμός
Αναρχοχριστιανισμός ή χριστιανικός αναρχισμός λέγονται οι διάφορες παραδόσεις που συνδυάζουν τον αναρχισμό με το χριστιανισμό. Οι αναρχοχριστιανοί ή Χριστιανοί αναρχικοί πιστεύουν ότι η ελευθερία είναι δικαιολογημένη πνευματικά μέσω της διδασκαλίας του Ιησού. Όσον αφορά τη στάση των αναρχοχριστιανών απέναντι στην εξωτερική εκκλησιαστική ιεραρχία, δεν υπάρχει κοινή στάση,καθώς μερικοί στρέφονται κατά της εκκλησιαστικής ιεραρχίας ενώ άλλοι δεν την πολεμούν. Το έργο του Λέοντα Τολστόι "Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας" είναι ένα βασικό κείμενο στο σύγχρονο Χριστιανικό αναρχισμό. Επίσης υπάρχει μεγάλος σεβασμός στις κοινότητες ασκητών/μοναχών, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες του παρελθόντος (π.χ. ασκητές της ερήμου της Νιτρίας). Ο αναρχοχριστιανισμός είναι πιο κοντά στο κομμουνιστικό αναρχισμό από ό, τι στην ατομικιστικό αναρχισμό. Συχνά είναι πασιφιστικός και απορρίπτει τον πόλεμο και γενικότερα τη βία.
Γνωστές αναρχοχριστιανικές κινήσεις είναι η Κίνηση των Καθολικών Εργατών (Catholic Worker Movement) και η Μαθητική Χριστιανική Κίνηση (Student Christian Movement).